1. Εν αρχή ήν η …εικόνα

Η δομική συγγένεια Ποίησης και Φωτογραφίας

Σε όλες τις γλώσσες του κόσμου η έκφραση: “άνοιξα τα μάτια μου σ’ αυτόν τον κόσμο”, δεν σημαίνει μόνο τη γέννηση μας αλλά περιγράφει και εκείνη την αίσθηση, μέσα από την οποία αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και, ταυτόχρονα, την παρουσία μας μέσα σ’ αυτόν. Πρόκειται για την αίσθηση όπου όχι μόνο “βλέπουμε τον κόσμο απέναντι και έξω από εμάς” αλλά αντιλαμβανόμαστε ταυτόχρονα και τον εαυτό μας ως μέρος αυτού του κόσμου και σε σχέση μ’ αυτόν. 1 Αυτή η πρωτογενής αίσθηση, λοιπόν, που εισάγει τον κόσμο μέσα μας και συνάμα τοποθετεί το σώμα και την ύπαρξη μέσα σ’ αυτόν, είναι μια εικόνα.

Χάρη σε αυτήν την εικόνα, αποκτούμε σκοπό στην κίνησή μας και οι νοητικές μας λειτουργίες ανακαλύπτουν λόγο ύπαρξης και αντικείμενο για επεξεργασία. 2 Χάρη σε αυτήν, επίσης, η αίσθηση που αποκτούμε για τα πράγματα δανείζεται τη μορφή τους και κινούμενοι προς αυτά από την ανάγκη της επιβίωσης και της αναπαραγωγής, ανακαλύπτουμε σε επάλληλα κύματα τον φόβο, την ηδονή, τη χαρά του κορεσμού, τον πόνο της στέρησης, το αίνιγμα των άλλων ανθρώπων και, μέσα από αυτά, την επικοινωνία, τον λόγο, τον μύθο, την ποίηση, την πληροφορία, τον επιστημονικό λογισμό και κάθε μορφή τέχνης μαζί με την αλήθεια και το ψέμα. Σε όλη μας τη ζωή, τελικά, αντλούμε εικόνες του περιβάλλοντος κόσμου και του εαυτού μας. Και τις μετασχηματίζουμε διαρκώς σε ήχους, έννοιες και λέξεις αλλά και ρυθμικές κινήσεις ή σημαίνοντα σύμβολα. Συνεχώς προσπαθούμε να αποδώσουμε την υπόσταση και τη μορφή που παίρνουν μέσα μας οι εικόνες του κόσμου και να αναπαραστήσουμε τη σχέση που αποκτούμε μαζί του, μέσα από αυτές.

Θέλω να πω ότι αυτός καθ’ αυτόν ο Λόγος, και ειδικά ο ποιητικός λόγος, κατά βάση, δεν είναι παρά ένας τρόπος για την κατασκευή, την περιγραφή και την επικοινωνία εικόνων. Αυτό έκανε από την αρχή η Ποίηση, και αφού περιέγραψε την μέρα, τη νύχτα, τα αστέρια, τους θεούς, τους ήρωες και τα έργα τους, αφού ενημέρωσε για γεγονότα στα βάθη του χρόνου και στην άβυσσο της ψυχής, αφού παίνεψε αρετές και διέσυρε κακίες, αφού διασκέδασε, δίδαξε και πλάνεψε εξίσου, φαίνεται τώρα να να μη μπορεί να σηκώσει το βάρος μιας όρασης που επί χιλιετίες, πλαταίνει και βαθαίνει διαρκώς. Ο κόσμος των αιώνιων μορφών, των αρμονικών ρυθμών και του κάλλους, όπως τον περιέγραψε αρχικά ο ποιητικός λόγος, αποκαλύφθηκε μέσα από τη φωτογραφική τεχνική πως είναι ένας κόσμος χωρίς αρμονία, όπου κυριαρχούν η ετερογένεια των μορφών και οι ατελείς μεταβάσεις τους  σε ένα χαοτικό γίγνεσθαι του οποίου ο σκοπός, αν μη τι άλλο, μας διαφεύγει. Συνειδητοποιούμε πως η εικόνα του κόσμου είναι ένα χάος. Βασικά πάντα ήταν, αλλά μόνο όταν ανακαλύψαμε τη φωτογραφική τεχνική ήρθαμε ευθέως αντιμέτωποι με την εικόνα του.

Η τέχνη στο σύνολό της, ως ποιητική δραστηριότητα, έχει εξαναγκαστεί από καιρό στον επαναπροσδιορισμό των μέσων που θέτει στη διάθεσή μας για να περιγράψουμε, έστω διαισθητικά, αυτή την χαοτική πραγματικότητα και, το πιο σημαντικό: τη σχέση που έχουμε με αυτήν, στο τρέχον της καθεστώς. Η φωτογραφική αποτύπωση έχει γίνει από καιρό τώρα, οδηγός και αναπόσπαστο μέρος αυτής της περιγραφής. Εισβάλει σε αυτήν κυριαρχικά εκτοπίζοντας τον λόγο σε δεύτερο πλάνο. Στους δυο και παραπάνω αιώνες που βλέπουμε αυτή την εκ βάθρων αναμόρφωση της τέχνης, για να μην πω την παρατεταμένη κρίση της τέχνης, παρατηρούμε τον κύκλο της κοσμογονίας να έχει ανοίξει πάλι συνοδευόμενος αυτή τη φορά και από το εναγώνιο άγχος της κοινωνικής αποσύνθεσης και της κλιματικής καταστροφής. Νέες κατηγορίες τέχνης αποτυπώνουν και δημιουργούν μορφές που δεν αναζητούν ούτε εκφράζουν πια την αιωνιότητα παρά μόνο το φευγαλέο παρόν. Βλέπουμε, επίσης, την εικόνα του κόσμου που εντυπώνεται στον καθένα, να γίνεται όχι μόνο ορατή από όλους αλλά ομότιμη και συγκρίσιμη με αυτή των υπολοίπων. Το διαδίκτυο απλώς επιτείνει αυτή την αίσθηση καθώς λειτουργεί σε κολοσσιαία κλίμακα ως υπηρεσία αποτύπωσης, μερισμού και εφήμερης χαρτογράφησης ενός κόσμου όπου πραγματικότητα και ενδεχομενικότητα εναλλάσσονται διαρκώς.

Αναζητώντας την άκρη…

Προς τι όμως όλη αυτή η εισαγωγή; Απλώς δεν είχα άλλο τρόπο να δείξω το πλαίσιο της σκέψης μου και να φέρω όποιον θα ήθελε να την παρακολουθήσει, από τον πιο σύντομο δρόμο, στο σημείο όπου μπορώ να ιχνογραφήσω αυτό που θέλω να πω, κατά κύριο λόγο. Οι στίχοι που ακολουθούν γράφτηκαν από ένα διάσημο φωτογράφο και σε συνδυασμό με όσα είπα παραπάνω καθιστούν σαφές πως, με την Ποίηση και τη Φωτογραφία, ουσιαστικά επιχειρούμε το ίδιο πράγμα. Τα μέσα βέβαια που έχουν στη διάθεσή τους οι δυο ποιητικές φαίνεται να είναι διαφορετικά, αν και η απόσταση μερικών χιλιάδων χρόνων που χωρίζει τη γέννηση τής μιας από την άλλη θα μπορούσε να μας κάνει λιγότερο απόλυτους σχετικά με το κατά πόσον αυτές οι διαφορές είναι ουσιαστικές.

Mid-spring, mid-morning –into the park
and downtown through the shimmering air,
each flush and pulse of light flashing quicksilver
through a net of dust, leaf and pollen.
Step by step, a camera hanging from my neck
beats my heart

(Στα μισά της άνοιξης, στο μέσο του πρωινού –στο πάρκο
και στο κέντρο της πόλης μεσ’ τον αστραφτερό αέρα,
κάθε αναλαμπή και ριπή φωτός λαμπυρίζει
σ’ ένα διάφανο δίχτυ σκόνης, φύλλων και γύρης.
Βήμα το βήμα, η κάμερα αιωρείται απ’ τον λαιμό
στον ρυθμό της καρδιά μου.) 3

Σε αυτούς τους νεανικούς στίχους του Tod Papageorge,  βλέπουμε τη φωτογραφική συσκευή να τοποθετείται στο επίκεντρο μιας ποιητικής διεργασίας. Στο γύρισμα κάθε στίχου μοιάζει ν’ ακούμε το κλικ της μηχανής καθώς παίρνει την εικόνα που επιλέγει το βλέμμα του φωτογράφου και την  κλείνει στο κουτί της κάμερας. Για τον παλαίμαχο πλέον φωτογράφο και καθηγητή Φωτογραφίας στο Yale, ήταν δεδομένο πως, η ποίηση και η φωτογραφία βαδίζουν στον ίδιο δρόμο. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά: «…παθιάστηκα με τη φωτογραφία κυριολεκτικά… (με) ένα πάθος που πυροδοτήθηκε από το γεγονός ότι διέκρινα σε αυτήν τον τρόπο να κάνω ποίηση» (…I became obsessed with photography virtually… (with)  an obsession ignited because I saw in it a way to make poetry).

Αλλά και κάθε φωτογράφος, ανατρέχοντας στην φωτογραφική εμπειρία του –και ας μην τον διακινούν λογοτεχνικές ανησυχίες–  αντιλαμβάνεται την οργανική συνάφεια ανάμεσα στη Φωτογραφία και στην Ποίηση. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, ότι έχουν μια σχέση δομική στο θεμέλιο όσο και στον τρόπο που συγκροτούν το έργο τους. Κατά μία έννοια, παρατηρώντας τη μια, κατανοείς την άλλη. Μιλώντας γι’ αυτή τη σχέση δεν αναζητούμε επ’ ουδενί δάνεια από την Ποίηση, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του πικτοριαλισμού με τη ζωγραφική. Δεν ψάχνουμε για ένα είδος “ποιητικής φωτογραφίας”. Σε κάθε περίπτωση δεν αναζητούμε τρόπους  προσομοίωσης κάποιου ύφους ή μιας ιδιαίτερης “ποιητικού τύπου” έκφρασης. Απλώς ακολουθούμε όσους αντιλαμβάνονται τη Φωτογραφία και την Ποίηση ως γενεαλογικά συγγενείς ποιητικές, δηλαδή ως διαδικασίες αισθητοποίησης για τη δημιουργία έργων με συναφή δομή και λειτουργία. Αν μη τι άλλο μπορούμε να το δούμε όλοι μας, ότι και οι δυο κατασκευάζουν και χειρίζονται εικόνες, τις οποίες και χρησιμοποιούν με ταυτόσημο τρόπο για τη συγκρότηση και την ολοκλήρωση του έργου τους.

Αυτή η διαπίστωση έρχεται και επανέρχεται με επιμονή εδώ και κάποιες δεκαετίες και αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Εκτός από τον Tod Papageorge, είδαμε και σε προηγούμενο άρθρο (Μια παρακαταθήκη του Walker Evans), το έργο American Photographs του Walker Evans να παρουσιάζεται από τον Lincoln Kirstein σε συνάρτηση και συσχετισμό με την Ποίηση. Αλλά και ο Jack Kerouac,  προλογίζοντας το The Americans, του Robert Frank, αναφωνεί: “What a poem this is, what poems can be written about the book of pictures (…) that caught the actual pink juice of human kind”. Και κοντά σε αυτούς υπάρχουν ενδεικτικές αναφορές από σημαντικούς φιλόσοφους και διανοούμενους όπως ο Walter Benjamin, ο Giulio Argan ή η Susan Sontag. Ωστόσο, θα αναρωτηθώ μαζί με κάθε φωτογράφο εδώ, για το κατά πόσο έχει πρακτική αξία να επιμένουμε στη δομική συγγένεια της Φωτογραφίας με την Ποίηση και τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτή την αναζήτηση; Πράγματι, δεν θα είχε νόημα το …ξεσκόνισμα αυτής της συγγένειας αν αν δεν υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για άντληση απαντήσεων σε θεωρητικά και τεχνικά θέματα της Φωτογραφίας που παραμένουν, αν μη τι άλλο, μετέωρα και ασαφή μέχρι τις μέρες μας. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζω δύο που, κατά τη γνώμη μου, απασχολούν όλους τους φωτογράφους και έχουν κεντρική σημασία.

Το πρώτο αφορά το αισθητικό αντικείμενο στο οποίο συγκροτείται το φωτογραφικό έργο τέχνης. Και εξηγούμαι: το αισθητικό αντικείμενο που παράγει η ποιητική τεχνική, το ποίημα, είναι ένα σύνολο στίχων που συνθέτουν μια αυτόνομη αισθητική οντότητα, στην οποία, αφενός, προσδίδουν τα χαρακτηριστικά που την ορίζουν και, αφετέρου, παρέχουν στον αναγνώστη τα μέσα για την ερμηνεία του ποιήματος, ως προς το νόημα και την αξία της δημιουργίας του. Όσον αφορά αντίστοιχα τη Φωτογραφία, πώς μπορούμε να περιγράψουμε την αυτόνομη εκείνη αισθητική οντότητα του φωτογραφικού έργου τέχνης; Ποια είναι τα συστατικά χαρακτηριστικά του με τα οποία προσδιορίζεται και από τα οποία μπορεί να ερμηνευθεί το νόημα της δημιουργίας του αλλά και να αξιολογηθεί ως προς την αισθητική του αξία; Έχει η Ποίηση να μας υποδείξει μιαν απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;

Το δεύτερο ζήτημα, είναι συμπληρωματικό του πρώτου και αφορά στην αισθητική της φωτογραφικής τεχνικής. Εννοώ εδώ τις πλαστικές δυνατότητες που παρέχει η φωτογραφική τεχνική, κοιταγμένες από τη σκοπιά της αισθητοποίησης: των αναγκών, δηλαδή, για την κατασκευή του αισθητικού αντικειμένου της Φωτογραφίας. Ποιες είναι αυτές οι δυνατότητες, ποια τα χαρακτηριστικά τους και κατά πόσο είναι σε θέση να καθιστούν αισθητό κάτι που υπερβαίνει την αποτυπωμένη όψη των πραγμάτων·  κάτι που να κάνει κάθε τέτοια αποτύπωση μέρος και χαρακτηριστικό της ενιαίας οντότητας του φωτογραφικού έργου τέχνης; Και εδώ το ερώτημα είναι: μας παρέχει η ποιητική τεχνική ενδείξεις για την κατανόηση του πώς η φωτογραφική ποιητική επιτελεί αυτή τη διαδικασία αισθητοποίησης, βασισμένη στις πλαστικές δυνατότητες της φωτογραφικής τεχνικής;

Κατά τη γνώμη μου, η εξέταση των συγγενών χαρακτηριστικών της Ποίησης με τη Φωτογραφία, αξίζει ως εγχείρημα τον κόπο, ακόμα και αν δεν οδηγηθούμε σε ακριβείς απαντήσεις και καταφέρουμε μόνο να τις προσεγγίσουμε κάπως. Φυσικά, δεν έχω καμιά αμφιβολία πως αντίστοιχα ερωτηματικά, ακόμα και απαντήσεις έχουν δοθεί από πολλούς ανάμεσά μας. Από τη μεριά μου, στο τρέχον διάστημα θα εκθέσω εδώ, με μια σειρά από σημειώματα που θα ακολουθήσουν το παρόν, όλα όσα έχω εντοπίσει μέσα από μια έρευνα που κρατάει περισσότερο από δυο χρόνια και συνεχίζεται. Δεν χρειάζεται να πω ότι κριτικές παρατηρήσεις και σχόλια από τον καθένα εδώ μέσα όχι απλώς είναι ευπρόσδεκτα αλλά αποτελούν οξυγόνο για την ολοκλήρωση αυτής της δουλειάς. 

  1. Maurice Merleau-Ponty, Η Αμφιβολία του Σεζάν – Το Μάτι και το Πνεύμα, Εκ. Νεφέλη, 1991, σ. 67: “το σώμα μου ταυτόχρονα ορά και οράται”
  2. ό.π. “Η κίνησή μου (…) αποτελεί το φυσικό επακόλουθο και την ωρίμανση μιας όρασης”.
  3. Από το βιβλίο του Tod Papageorge, Passing through Eden, Photographs of Central Park, Μετάφραση στα ελληνικά: Ζωή Κασάπη.

Τα σχόλια είναι ευπρόσδεκτα αρκεί να αναφέρονται στο συγκεκριμένο post